ἑπτά

ἑπτά, οἱ, αἱ, τά, indecl.
A seven, Il.6.421, etc.; as a mystical number, Arist.Metaph.1093a13, etc.; αἱ ἑ. νῆσοι the seven largest islands, Alex.268, cf. Arist.Mir.837a31 ; τὰ ἑ. θεάματα the Seven Wonders, Str.17.1.33, cf.D.S.2.11, etc.; οἱ ἑ. σοφισταί the Seven Sages, Isoc. 15.109, Aristid.2.311 J.;

οἱ ἑ. σοφοί Stob.3.1.172

; οἱ ἑ. alone, D.L. 1.40, Lib.Ep.286.3.
2 οἱ ἑ., board of magistrates at Olbia, SIG 495.2 (iii B.C.) ; οἱ ἑ. ἄνδρες, = Lat. septemviri epulones, D.C.48.32. (I.-E. sept[macutenull], cf. Skt. saptá, Lat. septem (fancifully connected with σέβομαι, Ph.1.30, Theol.Ar.43) : Hsch. has τεπτά, i.e. ηεπτά.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑπτά — seven indeclform (numeral) ἑπτάς period of seven days fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

  • ἔπτα — πέτομαι fly aor ind act 3rd sg (epic) ἔπτᾱ , πέτομαι fly aor ind act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτά — αριθμ. απόλ. άκλ., βλ. εφτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Επτά θαύματα — Επτά αρχιτεκτονικά έργα της αρχαιότητας που ονομάζονταν έτσι λόγω του μεγέθους και του κάλλους τους. Τα έργα ήταν η πυραμίδα του Χέοπα, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, ο ναός της Άρτεμης στην Έφεσο, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, ο φάρος της… …   Dictionary of Greek

  • Επτά σοφοί — Επτά άνδρες της αρχαιότητας, οι οποίοι έζησαν κατά το τέλος του 7ου και τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. και διατύπωσαν σε σύντομα, περιεκτικά και εύληπτα αποφθέγματα οδηγίες ηθικής και πολιτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων. Τα αποφθέγματα αυτά… …   Dictionary of Greek

  • Ἑπτά πόλεις μάρναντο σοφὴν διὰ ῥίζαν Ὁμηρου… — См. Семь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Επτά κοιμώμενοι — Χριστιανικός θρύλος, αποδεκτός τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Πρόκειται για την ιστορία επτά νέων χριστιανών που έζησαν στην περίοδο του Δεκίου (201 251). Κατάγονταν από την Έφεσο και προκειμένου να αποφύγουν τους διωγμούς, κρύφτηκαν σε μια… …   Dictionary of Greek

  • Επτά επί Θήβαις — Τραγωδία του Αισχύλου, εμπνευσμένη από τους επτά ήρωες (Άδραστος, Αμφιάραος, Καπανεύς, Ιππομέδων, Παρθενοπαίος, Τυδεύς και Πολυνείκης) που εκστράτευσαν εναντίον της Θήβας για την αποκατάσταση του Πολυνείκη στον θρόνο. Βλ. λ. Αισχύλος …   Dictionary of Greek

  • Δημοκρατία των Επτά Επαρχιών — Ονομασία που δόθηκε στις βόρειες επαρχίες των Κάτω Χωρών το 1579, όταν ανακηρύχθηκαν ανεξάρτητες υπό τον Γουλιέλμο τον Σιωπηλό. Bλ. λ. Ολλανδία (Ιστορία) …   Dictionary of Greek

  • Παίδες Επτά εν Εφέσω — Mε αυτή την ονομασία αναφέρονται 7 άγιοι της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι Αντωνίνος, Διονύσιος, Εξακουστοδιανός, Ιάμβλιχος, Κωνσταντίνος, Μαξιμιλιανός και Μαρτινιανός. Kατέφυγαν, στα χρόνια του αυτοκράτορα Δέκιου, στη σπηλιά ενός βουνού, αλλά οι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.